Η πορεία του Αμερικανού Matthew Gallatin από τον Προτεσταντισμό στην Ορθοδοξία

http://usaofmyheart.wordpress.com

USA OF MY HEART

Cqyu4p-WcAABM5g.jpg

Θά παρακολουθήσουμε τήν πορεία τοῦ Αμερικανού Matthew Gallatin πρός τήν Ὀρθοδοξία:

«Στά 23 μου χρόνια βρέθηκα νά ἐργάζωμαι, ὄντας λαϊκός, ὡς βοηθός τοῦ διευθυντή τῆς ἀντβεντιστικῆς νεολαίας τῆς εὐρύτερης περιοχῆς μίας μεγάλης πόλεως. Μέ τήν ἰδιότητα αὐτή δίδασκα στήν τάξι τῶν νέων μιᾶς ἀπ’ τίς τοπικές ἐκκλησίες κάθε Σάββατο πρωΐ.

Ἕνα Σάββατο, νωρίς τό πρωΐ, προετοίμαζα μία σέ βάθος μελέτη κάποιου δογματικοῦ ζητήματος. Καθώς μελετοῦσα προσεκτικά ἕνα θέμα προσπαθώντας νά βρῶ κάποιο τρόπο νά τό ἐξηγήσω σέ μία ὁμάδα ἐφήβων, ἕνα ἐρώτημα ξέσπασε μέσα στήν ψυχή μου. Ἀπρόβλεπτα καί τόσο εὐκρινῶς σάν κάποιος νά μοῦ μιλοῦσε, ἦλθε τό ἐρώτημα: Γνωρίζεις τί πιστεύεις;

Φυσικά! , ἀπάντησα δυνατά. Θυμᾶμαι ὅτι ταράχθηκα μ’ αὐτή μου τήν ἀντίδρασι. Αὐτή τήν ἀπάντησι ἀπαιτοῦσε πάντως τό ἐρώτημα. Ἐξίσου αἰφνιδιαστικά ἡ ἴδια φωνή μοῦ ἀποκρίθηκε: Ναί! Γνωρίζεις τί πιστεύεις. Εἶναι, ὅμως, ἡ ἀλήθεια;

Μπορῶ ἀκόμη νά θυμηθῶ πῶς ἐκεῖνα τά λόγια ἀντήχησαν στό μυαλό μου. Ἀπείρως, ὅμως, πιό δυνατή ἀπ’ τά λόγια αὐτά ἦταν ἡ ὄμορφη, ἀπό καιρό λησμονημένη παρουσία, ἡ ὁποία μέ περιέβαλε ἐκείνη τή στιγμή —ἡ ἴδια τήν ὁποία εἶχα αἰσθανθῆ ὅταν ἤμουν μικρό παιδί. Ἄρχισα νά κλαίω μέ νοσταλγία, μέ ταπείνωσι καί μετάνοια, μέ ἀγάπη καί χαρά. Ξαφνικά ὁ Ἰησοῦς τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας παραμέρισε τά θεολογικά πέπλα τά ὁποῖα εἶχα ὑφάνει γύρω ἀπ’ τήν καρδιά μου —ὅπως λέει ὁ ἴδιος: «ὁ ζωντανός Ἰησοῦς πού βρισκόταν ἁπλά δίπλα μου, εἶχε προηγουμένως ἀντικατασταθῆ ἀπό ἕνα θεολογικό πορτραῖτο»— καί γι’ ἄλλη μία φορά ἦταν ἐκεῖ, δίπλα μου. Πόσο ὑπέροχο ἦταν νά αἰσθάνωμαι τό ἄγγιγμά Του!

Τά χρόνια ὡστόσο μέ εἶχαν φθείρει. Νομίζω, δέν ἤξερα πιά πῶς νά ἔχω τήν παιδική ἐκείνη ἁπλότητα. Ἡ παρουσία Του σύντομα ξεθώριασε στήν ψυχή μου. Ἔμεινε μόνο νά ἠχῆ τό ἐρώτημα: Εἶναι αὐτό τό ὁποῖο πιστεύεις ἡ ἀλήθεια;

Πολλές φορές μοῦ ἔρχεται ὁ πειρασμός ν’ ἀναπολῶ ἐκείνη τή στιγμή καί νά εὔχωμαι ὁ Θεός νά μέ εἶχε φωτίσει νά κατανοήσω τότε ὅλα τά ὄμορφα πράγματα τά ὁποῖα γνωρίζω σήμερα. Θά γλίτωνα περίπου 30 χρόνια συγχύσεως κι ἀγῶνα στήν πορεία μου γιά τήν ἀνακάλυψι τῆς ἀπαντήσεως σ’ αὐτό τό ἐρώτημα. Ἀλλά μέ τήν ἀγάπη Του, τήν εὐσπλαγχνία Του καί τή θεία Του πρόνοια ὁ ἀγαπημένος μας Χριστός ἀποφάσισε πώς τό ταξίδι μου πρός τήν ἀλήθεια θά ἔπρεπε νά εἶναι μακρύτερο».

Στή συνέχεια ἀναγράφει μιά σειρά ὀρθῶν σκέψεων περί Ἐκκλησίας: «Ἄν ὑπῆρχε κάποιος πού πραγματικά γνώριζε τήν πλήρη ἀλήθεια, θά γινόταν… [ἔτσι νόμιζε στήν ἀρχή] ἀλαζόνας κι ἐγωϊστής καυχώμενος: “Ἐγώ γνωρίζω τήν ἀλήθεια, ἐνῶ ἐσεῖς ἁπλά νομίζετε ὅτι τή γνωρίζετε!”. Μία στιγμή, ὅμως! Ἡ ἁπλή γνῶσι τῆς ἀληθείας δέν φέρνει αὐτόματα ἀλαζονεία. Γνωρίζω, π.χ., ὅτι ὁ ἥλιος ἀνατέλλει ἀπ’ τήν ἀνατολή. Γνωρίζω ἐπίσης ὅτι τό αὐτοκίνητό μου χρειάζεται βενζίνη γιά νά κινηθῆ. Τίποτε ἀπ’ αὐτά, ὅμως, δέν μέ γεμίζει μέ ὑπεροψία. Τό ἀληθινό εἶναι ἐξίσου ἀληθινό γιά ὅλους καί ἡ ἐπίγνωσί του δέν μέ ὁδηγεῖ στόν ἐγωϊσμό. Ἀντιθέτως, ἡ γνῶσι αὐτή μοῦ δείχνει ὅτι δέν ἔχω ἐγώ τόν ἔλεγχο τῶν πραγμάτων. Ὅτι ὑπάρχουν πράγματα τά ὁποῖα δέν μπορῶ ν’ ἀλλάξω κι ὅτι ὁ κόσμος ἔχει ἕνα τρόπο λειτουργίας, στόν ὁποῖο δέν ἔχω ἄλλη ἐπιλογή παρά νά ὑποταχθῶ (ἐκτός ἄν ἐπιθυμῶ νά υἱοθετήσω τήν ἀνοησία καί τίς συνέπειές της)».

«Ἄν κάθε ὁμάδα ἤ ὁμολογία κατέχη μόνο ἕνα τμῆμα τῆς ἀληθείας [ὅπως πιστεύουν οἱ Προτεστάντες καί οἱ προτεσταντίζοντες δικοί μας], τότε ὅλα τά ὑπόλοιπα πιστεύω τους πρέπει ν’ ἀποτελοῦν πλάνη. Θά ἔπρεπε, λοιπόν, νά θεωρήσω ὅτι ὁ Θεός εἴτε θέλει εἴτε ἀναγκάζεται νά ἐκτελέση τό σχέδιό Του γιά τήν ἀνθρωπότητα χρησιμοποιώντας ψέματα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς βεβαιώνει, ὅμως, ὅτι ὁ Θεός εἶναι “ἀψευδής”(Τίτ 1, 2). Αὐτό ἦταν ἀρκετό νά μέ κάνη νά ἐγκαταλείψω τήν ἰδέα ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἀποφασίσει, δῆθεν γιά δικό μας καλό, νά μᾶς κρύψη τήν πλήρη ἀλήθεια».

«Ἄν ἡ εἰλικρίνεια ἀρκεῖ γιά νά σωθῆς, τότε κάθε βουδιστής, ταοϊστής, μουσουλμάνος, ἰνδουϊστής ἤ εἰδωλολάτρης πού εἶναι εἰλικρινής στήν πίστι του μπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ τό ἴδιο γιά τή σωτηρία, ὅπως κι ἕνας εἰλικρινής χριστιανός. Αὐτό θ’ ἀναιροῦσε τά λόγια τοῦ Ἰησοῦ ὅτι “οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἐμοῦ (: παρά μόνο μέσῳ Ἐμοῦ)”(Ἰω 14, 6) καί τή διαβεβαίωσι τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι τό μόνο ὄνομα “ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς (: μέ τό ὁποῖο εἶναι δυνατό νά σωθοῦμε)”(Πρξ 4, 12). Μπορεῖ ἑπομένως νά εἴμαστε μέν εἰλικρινεῖς ἀλλά σέ λάθος δρόμο!».

«Πῶς μπορῶ νά θεωρήσω ὅτι ἕνας ἀρμινιανός κι ἕνας καλβινιστής μποροῦν καί οἱ δύο νά ἔχουν γνήσια σχέσι μέ τόν ἀληθινό Θεό, ἄν ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν μπορῆ νά εἶναι διαφορετικό πρόσωπο γιά διαφορετικά ἄτομα; Ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος, ὅμως, εἶναι ἀρκετά σαφής στό συγκεκριμένο θέμα. Στό Θεό “οὐκ ἔνι παραλλαγή ἤ τροπῆς ἀποσκίασμα (:δέν ὑπάρχει ἀλλοίωσι ἤ σκιά λόγῳ μεταβολῆς)”(Ἰακ 1, 17). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς βεβαιώνει ἐπίσης ὅτι ὑπάρχει ἕνας Θεός, ἕνας Κύριος, μία πίστι, μία ἐλπίδα (Ἐφ 4, 4-6). Πῶς εἶναι δυνατόν, λοιπόν, ὁ πνευματικός σχετικισμός νά ἔχη θέσι στή χριστιανική πίστι;».

«Ὁ Θεός θέλει νά εἴμαστε ἕνα μ’ Αὐτόν (Ἰω 17, 21-22). Κι Αὐτός εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Εἶναι δυνατό νά διασπείρη ὁ Θεός ψήγματα ἀληθείας στίς ὁμολογίες τοῦ προτεσταντισμοῦ κρύβοντάς τες προσεκτικά μεταξύ ἐλλιπῶν ἀληθειῶν κι ἐσφαλμένων ἰδεῶν; Ὄχι! Ὁ Θεός δέν συσκοτίζει —ἐκ φύσεως δέν μπορεῖ νά συσκοτίση— τήν ἀλήθεια μέ ψεύδη».

«Σκεπτόμουν διάφορα πράγματα τά ὁποῖα γνωρίζω ὅτι εἶναι ἀληθινά: Τή φωτιά, τό φύσημα τοῦ ἀνέμου, τήν πλημμυρίδα καί τήν ἄμπωτι. Καί εἶδα ὅτι αὐτό πού καθιστᾶ κάτι ἀληθινό δέν μπορεῖ νά εἶναι σχετικό. Δέν μπορεῖ νά διαστρεβλωθῆ ἤ νά ἰδωθῆ ἀπό διαφορετικές ὀπτικές γωνίες. Οἱ προσωπικές πεποιθήσεις μου γι’ αὐτό εἶναι ἄνευ σημασίας. Οἱ ἐπιλογές μου εἶναι δύο: Νά τό ἀποδεχθῶ ἤ νά τό παραβλέψω. Συνεπῶς ἡ ἀλήθεια περί τοῦ Θεοῦ πρέπει νά εἶναι ἡ πιό ἀντικειμενική ἀλήθεια πού ὑπάρχει».

«Ὅταν πηγαίνουν στήν ἐκκλησία δέν ἀκοῦνε ποτέ τόν πάστορα νά διαβάζη ἐπί 40 λεπτά τήν Ἁγία Γραφή. Τόν περισσότερο χρόνο τόν ἀφιερώνει στήν ἑρμηνεία της. Γιατί; Διότι γιά νά διδάξη, νά συγκινήση καί ν’ ἀποκαλύψη τό Θεό στούς πιστούς, πρέπει νά ἑρμηνεύση τήν Ἁγία Γραφή. Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς προσευχόμαστε αὐτός πού κηρύττει νά “ὀρθοτομῆ τόν λόγον τῆς ἀληθείας”(Β´ Τιμ 2, 15). Αὐτό πού εἶναι, λοιπόν, σημαντικό γιά ἕνα προτεστάντη δέν εἶναι ἁπλῶς τό sola scriptura (: μόνη ἡ Γραφή). Αὐτό πού στερεώνει τήν πίστι του καί πού τό ἐμπιστεύεται εἶναι ἡ ἑρμηνεία τήν ὁποία ὁ ἴδιος δίνει στό sola scriptura».

«Θυμᾶμαι ὅταν ἐξέφρασα σ’ ἕνα καθολικό φίλο μου τήν τρομερή ἐνοχή τήν ὁποία εἶχα αἰσθανθῆ, ὅταν συνειδητοποίησα ὅτι εἶχα περάσει ὅλη μου τή ζωή στηρίζοντας τή σωτηρία μου στήν πεποίθησι ὅτι ἡ δική μου ἀντίληψι περί Θεοῦ ἦταν ἡ σωστή. Πρός ἔκπληξί μου, χαμογέλασε μέ σημασία καί εἶπε: “Καταλαβαίνω. Ἐμεῖς οἱ καθολικοί ἔχουμε ἕνα παλαιό ρητό. ‘Οἱ προτεστάντες πιστεύουν ὅτι ὅλοι εἶναι ἀλάθητοι ἐκτός ἀπ’ τόν Πάπα!’”».

«Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν κάλεσε τήν Ἐκκλησία νά θεολογῆ. Δέν προέτρεψε τά πνευματικά του τέκνα νά ἐξετάσουν διάφορα δόγματα καί νά υἱοθετήσουν αὐτό πού θά τούς φαινόταν πιό λογικό. Ἀντιθέτως, συμβούλευσε τούς πιστούς τῆς Θεσ/νίκης νά μείνουν ἀκλόνητοι καί νά κρατήσουν τίς παραδόσεις τίς ὁποῖες εἶχαν διδαχθῆ —τόσο ἐκεῖνες πού τούς μεταδόθηκαν μέσῳ ἐπιστολῶν ὅσο κι ἐκεῖνες πού διδάχθηκαν ἀπευθείας διά στόματος τῶν Ἀποστόλων [«Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε (: νά στέκεσθε ἀκλόνητοι) καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν»(Β´ Θεσ 2, 15)]. Προσπαθῆστε, παρακαλῶ, νά τό καταλάβετε αὐτό. Γιά ἕνα σύγχρονο χριστιανό πού θέλει ν’ ἀπαντήση στό ἐρώτημα, πῶς γνωρίζω ὅτι αὐτό στό ὁποῖο πιστεύω εἶναι ἡ ἀλήθεια, τά λόγια αὐτά τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι ἀπ’ τά πιό σημαντικά πού ἔχουν γραφῆ. Κατά τά λόγια του αὐτά, ἕνας μόνο τρόπος ὑπῆρχε νά γνωρίζουν οἱ πρῶτοι χριστιανοί ὅτι βρίσκονται μέσα στήν ἀλήθεια: Νά μποροῦν νά ποῦν χωρίς ἐνδοιασμούς, “πιστεύουμε κι ἀκολουθοῦμε αὐτά πού ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πιστεύει κι ἀκολουθεῖ ἀπ’ τήν ἵδρυσί της∙ ἀπ’ τή μέρα τῆς Πεντηκοστῆς”».

Ἐπανερχόμασθε στήν πορεία του πρός τήν Ὀρθοδοξία:

«Ὡς προτεστάντης πίστευα ἀκράδαντα ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶχε ἀρχίσει νά καταποντίζεται μέσα σέ μία ἤ δύο γενιές ἀπ’ τήν ἴδρυσί της. Ἤμουν ἐπίσης πεπεισμένος ὅτι ὁ Ἰησοῦς στεκόταν γιά περίπου 1500 χρόνια σχετικά ἀδύναμος ἀπέναντι στά διεφθαρμένα σχέδια ἀνθρώπων πού ἦταν μέν διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων ἀλλά εἶχαν πραγματικά βαλθῆ νά καταστρέψουν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ —ἀκόμη κι ἄν πολλές φορές μαρτυροῦσαν στ’ ὄνομά Του. Ὡς προτεστάντης πίστευα ὅτι ὁ Χριστός εἴτε δέν ἤθελε εἴτε δέν μποροῦσε νά κάνη ὁτιδήποτε, καθώς ἔβλεπε ἑκατομμύρια ἀνθρώπους πού νόμιζαν ὅτι εἶναι χριστιανοί νά ζοῦν καί νά πεθαίνουν μέσα στήν πλάνη. Μέ τήν ἔλευσι τοῦ προτεσταντισμοῦ, πίστευα, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἔγινε δύναμι πού μποροῦσε ν’ ἀντισταθῆ στίς πύλες τοῦ Ἅδου.

Θυμᾶμαι τή μέρα κατά τήν ὁποία συνειδητοποίησα ὅτι εἶχα ζήσει ὅλη μου τή ζωή σ’ αὐτή τήν τρομερή ἀπιστία. Πῶς μποροῦσα νά πιστεύω ὅτι ὁ Κύριός μου εἶναι τόσο ἀνίσχυρος; Εἶχα πιστέψει ὅτι μποροῦσε νά μέ σώση, ἀλλά ὅτι ἦταν ἐντελῶς ἀδύναμος νά διατηρήση τήν ἀλήθεια στούς πιστούς Του ἔστω καί γιά μία μόνο γενεά. Πόσο ἀδύναμος κι ἀδιάφορος πίστευα ὅτι ἦταν ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός! Πέφτοντας στά γόνατα καί κλαίγοντας πικρά, μετανοιωμένος γι’ αὐτή μου τήν ἄγνοια, Τόν ἱκέτευσα νά μέ συγχωρήση.

Μεμιᾶς γέμισε ἡ ψυχή μου ἀπ’ τή γεμάτη ἀγάπη παρουσία Του. Γιά πρώτη φορά μετά ἀπό πολύ καιρό ἄκουσα τή σιωπηλή φωνή Του. Μή δειλιάσης, τώρα, Ματθαῖε. Δέν εἶσαι μακρυά ἀπ’ τή Βασιλεία Μου, εἶπε. Στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς μου καί μέ ὅση δύναμι μπόρεσα νά συγκεντρώσω Τοῦ ὑποσχέθηκα ὅτι δέν θά ἤμουν πιά τυφλός κι ἄπιστος»(σ. 107).

Κάποιος φιλόσοφος φίλος του τοῦ τόνισε: «Ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ξέρεις, πρέπει νά ξεκαθαρίση κανείς ὅτι οἱ προτεστάντες μεταρρυθμιστές ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τῶν ἐκτροπῶν τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας. Προσωπικά, πιστεύω ἀκράδαντα ὅτι ἄν ὁ Μαρτίνος Λούθηρος εἶχε στραφῆ στήν Ἀνατολική Ὀρθοδοξία, δέν θά ὑπῆρχε προτεσταντική μεταρρύθμισι. Διότι δέν θά ὑπῆρχε μέσα στήν Ὀρθοδοξία λόγος διαμαρτυρήσεως γιά κάτι».

Στή συνέχεια ἀναγράφει τί αἰσθάνθηκε ὅταν πρωτοβρέθηκε στήν Ὀρθόδοξη Λειτουργία: «Ἐκείνη τήν εὐλογημένη στιγμή, καθώς ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ἀγάπη δρόσιζαν τήν ψυχή μου, θυμήθηκα τήν ἐρώτησι τήν ὁποία ὁ Ἰησοῦς μοῦ εἶχε θέσει πρίν περίπου 30 χρόνια, στό ξεκίνημα αὐτοῦ τοῦ μακρινοῦ κι ἐπιπόνου ταξιδιοῦ: Ματθαῖε, εἶναι αὐτό τό ὁποῖο πιστεύεις ἡ ἀλήθεια; Μετά ἀπό τόσο καιρό αἰσθάνθηκα ὅτι ἐπιτέλους μποροῦσα νά Τοῦ ἀπαντήσω. Μέσα στό λιβάνι καί τίς ὄμορφες προσευχές τῆς Λειτουργίας κοίταξα δακρυσμένος πρός τό θυσιαστήριο καί ψιθύρισα: Ναί, Κύριε! Ἡ ἀλήθεια εἶναι.

Καί τότε, τόσο καθαρά, ὅσο οὐδέποτε ἔχω ἀκούσει λέξεις νά προφέρωνται, μοῦ ἀποκρίθηκε ἥσυχα: Ματθαῖε, ἐδῶ βρίσκεσαι πιά στό σπίτι σου».

Καί τελειώνει μέ μιά σειρά, ἀκόμη, ἀπό ὀρθές σκέψεις, σχετικά μέ τήν Ὀρθοδοξία τώρα: «Τό νά στέκεσαι ἔξω ἀπ’ τήν Ἐκκλησία καί νά τελῆς τά μυστήριά της, εἶναι ἀνάλογο μ’ ἕνα νεαρό, ὁ ὁποῖος βρίσκεται σ’ ἕνα λιβάδι παίζοντας baseball καί φαντάζεται τόν ἑαυτό του μέσα στό Yankee Stadium. Μπορεῖ νά εἶναι φανατικός φίλος τοῦ ἀθλήματος καί νά ἔχη ὅλα τ’ ἀπαραίτητα γιά νά θεωρῆται παίκτης —τό ρόπαλο, τή μπάλα, τό γάντι, ἀκόμη καί τήν ἀπαιτούμενη δεξιότητα. Μέχρι, ὅμως, νά μπῆ σέ ὁμάδα, παίζει baseball μόνο στή φαντασία του».

«Ἕνα παράδειγμα ἀπ’ τήν κλασσική περίοδο τῆς δυτικῆς μουσικῆς. Στή μουσική αὐτή οἱ συνθέτες ἔπρεπε νά τηροῦν ἀρκετά αὐστηρούς μορφολογικούς κανόνες γιά τά ἔργα τά ὁποῖα συνέθεταν. Ἄν δέν συμμορφώνονταν μ’ αὐτούς, τά ἔργα τους δέν θά γίνονταν ἀποδεκτά ἀπ’ τό εὐρύ κοινό. Ὡστόσο, ἀκόμη καί μέσα στά πλαίσια ἐκείνων τῶν κανόνων, ἀναδεικνυόταν ἡ προσωπικότητα διαφόρων συνθετῶν. Ὁ Mozart κι ὁ Haydn ἔγραψαν καί οἱ δύο σύμφωνα μέ τούς ἴδιους τύπους, καί ὅμως, ἦταν ξεκάθαρα διαφορετικοί συνθέτες.

Ἔτσι εἶναι καί τά μυστήρια. Ἔτσι πρέπει νά εἶναι δεδομένης τῆς διπλῆς τους ἀποστολῆς νά ἑδραιώσουν τόν ἄνθρωπο σέ μία μοναδική σχέσι ἀγάπης μέ τό Θεό, ἑνώνοντας ταυτόχρονα ὅλους τούς πιστούς μεταξύ τους…

Φαντάσου πῶς εἶναι νά γνωρίζης ὅτι εἶσαι ἕνα μέ διακόσια ἑκατομμύρια ἀνθρώπους σ’ αὐτό τόν πλανήτη. Ὅλοι προσευχόμασθε μέ τίς ἴδιες ἀκριβῶς προσευχές. Οἱ ἴδιοι ὕμνοι ἀναπέμπονται ἀπ’ τά χείλη μας. Μία συγκεκριμένη μέρα, τήν καθορισμένη ὥρα τῆς λατρείας, ὅλες οἱ ἐκκλησίες μας τελοῦν τίς ἴδιες ἀκολουθίες».

«Γιά περίπου 20 χρόνια ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶχε καθόλου γραπτά καινοδιαθηκικά κείμενα. Προφανῶς, λοιπόν, δέν ἦταν δυνατό νά τηρηθῆ τό sola scriptura, ἀφοῦ πολύ ἁπλά δέν ὑπῆρχαν γραπτά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης! Πῶς, λοιπόν, κατάφερε ἡ Ἐκκλησία νά ἐπιβιώση καί νά διδάξη χωρίς τά θεόπνευστα αὐτά κείμενα; Ὑπό τήν καθοδήγησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά τό ὁποῖο ὁ Ἰησοῦς εἶχε πεῖ “ὁδηγήσει ὑμᾶς (: θά σᾶς ὁδηγήση) εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν”(Ἰω 16, 13), ἀκολουθώντας τίς παραδόσεις τῶν ἁγίων Ἀποστόλων.

Ἄν, λοιπόν, ἀποδεχθῆ κανείς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἦταν ζωντανή πολλά χρόνια προτοῦ γραφοῦν τά πρῶτα κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀναγνωρίζει οὐσιαστικά ὅτι δέν ὑπάρχει ἀπολύτως κανένας λόγος νά θεωρῆ τίς ἐπιστολές τῶν Ἀποστόλων καί τά Εὐαγγέλια πλήρεις κι ἀποκλειστικές πραγματεῖες τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καί πρακτικῆς. Στήν πραγματικότητα, ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, “ἔστι (: εἶναι) δέ καί ἄλλα πολλά ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐάν γράφηται καθ’ ἕν (: χωριστά τό καθένα), οὐδέ αὐτόν οἶμαι τόν κόσμον χωρῆσαι (: νομίζω πώς οὔτε ὅλος ὁ κόσμος δέν θά χωρέση) τά γραφόμενα βιβλία”(Ἰω 21, 25). Οἱ συγγραφεῖς τῶν κειμένων τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπευθύνονταν σέ μία ἀκμάζουσα Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας τά δόγματα καί τό τυπικό τῆς λατρείας εἶχαν ἤδη θεμελιωθῆ ἀπ’ τό Ἅγιο Πνεῦμα μέσῳ τῶν Ἀποστόλων.

Ἔτσι, ἐνῶ ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι θεόπνευστη, ἀξιόπιστη καί πολύτιμη γιά τήν Ἐκκλησία, τά κείμενά της δέν γράφηκαν γιά ν’ ἀποτελέσουν ἕνα πλήρη θεολογικό ὁδηγό, ὅπως θέλουν νά πιστεύουν οἱ προτεστάντες. Στήν πραγματικότητα, εἶναι προφανές γιά κάποιον πού διαβάζει τίς ἐπιστολές τῶν Ἀποστόλων ὅτι ἀναφέρονταν γενικά σέ συγκεκριμένα προβλήματα ἤ ἀνάγκες τίς ὁποῖες ἀντιμετώπιζε ἡ Ἐκκλησία ὡς σύνολο ἤ κάποια συγκεκριμένη κοινότητα.

Οἱ συγγραφεῖς τῶν Εὐαγγελίων καί τῶν Ἐπιστολῶν δέν εἰσήγαγαν καινούργια δόγματα. Ἀντιθέτως, ἐπιβεβαίωναν αὐτά τά ὁποῖα δίδασκαν ἤδη οἱ Ἀπόστολοι καί προέτρεπαν τούς χριστιανούς νά τά βιώσουν. Λαμβάνοντας, λοιπόν, ὑπόψιν τή θέσι τῶν ἀποστολικῶν κειμένων στήν πρώτη Ἐκκλησία, δέν θά μπορούσαμε νά τά ἐκλάβουμε ὡς πλῆρες ἐγχειρίδιο τοῦ καλοῦ χριστιανοῦ. Τά Εὐαγγέλια καί οἱ Ἐπιστολές δέν γράφθηκαν μέ σκοπό νά δημιουργήσουν ἤ νά οἰκοδομήσουν τήν Πίστι. Γράφηκαν μέ θεία φώτισι γιά νά τήν ἀποσαφηνίσουν καί νά παροτρύνουν τούς χριστιανούς νά μείνουν ἀπαρασάλευτοι σ’ αὐτήν».

«Ἄν εἶναι φυσιολογικό γιά τό σύγχρονο προτεστάντη νά βιώνη τήν καθοδήγησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκτός τῶν Γραφῶν, γιατί νά μήν ἰσχύη τό ἴδιο καί γιά τήν πρώτη Ἐκκλησία; Γιατί ὁ προτεστάντης ὑποθέτει ὅτι αὐτός (ἤ ἡ ἐκκλησία του ἤ ἡ ὁμολογία του) μπορεῖ νά καθοδηγῆται ἀπ’ τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν θά μποροῦσε νά καθοδηγῆ τήν πρώτη Ἐκκλησία κατά τόν ἴδιο τρόπο; Γιατί νά μή δοῦμε μέ τόν τρόπο αὐτό τήν Ἱερά Παράδοσι τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας —ὡς δηλ. τήν καθοδήγησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πέρα τῶν ὅσων εἶναι γραμμένα στήν Καινή Διαθήκη;

Φυσικά, ὁ προτεστάντης θά ἐπιμείνη ὅτι οἱ ἐνέργειές του εἶναι σύμφωνες μέ τίς Γραφές, ἐνῶ πολλά στοιχεῖα τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως εἶναι ἐντελῶς ἀσύμβατα μ’ αὐτές. Καί σίγουρα ὑπῆρχε μία ἐποχή κατά τήν ὁποία κι ἐγώ ὁ ἴδιος ὑποστήριζα ἀνένδοτα τό ἴδιο πρᾶγμα. Αὐτό, ὅμως, πρίν κοιτάξω τόν ἑαυτό μου στόν καθρέπτη κι ἀναρωτηθῶ: “Πῶς εἶμαι τόσο σίγουρος γι’ αὐτό;”.

Ἦταν σάν νά ξύπνησα ἀπό ἕνα λήθαργο, ὅταν ἐπιτέλους κατάλαβα ὅτι τό νά χαρακτηρίζω τίς παραδόσεις αὐτές ἀσυνεπεῖς πρός τίς Γραφές ἦταν, ὑπό τήν προτεσταντική μου ὀπτική, ἕνα κενό ἐπιχείρημα. Γιατί τί ἔλεγα στήν πραγματικότητα κάθε φορά κατά τήν ὁποία ἰσχυριζόμουν κάτι τέτοιο; “Οἱ παραδόσεις αὐτές δέν μπορεῖ νά εἶναι σωστές, ἀφοῦ εἶναι ἀσύμφωνες μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐγώ κατανοῶ τίς Γραφές καί μέ τήν πεποίθησί μου ὅτι ἡ ἀλήθεια πηγάζει ἀπ’ τίς Γραφές καί μόνο —τά ὁποῖα τελικά εἶναι καί τά πιστεύω πού ὁδήγησαν τούς προτεστάντες σέ ἀντιφατικές πεποιθήσεις πάνω σ’ ὅλα τά σημαντικά θέματα τῆς Πίστεως καί πού καταθρυμμάτισαν τόν προτεσταντισμό”.

Κατάλαβα ὅτι ἄν ἔπρεπε ν’ ἀποκαλῶ τούς πρώτους χριστιανούς αἱρετικούς, ἐπειδή δέν δροῦσαν σύμφωνα μέ τή δική μου ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, τότε θά ἔπρεπε νά χαρακτηρίσω καί τούς προτεστάντες ἀδελφούς μου αἱρετικούς. Αὐτό, ὅμως, δέν θά μέ ὁδηγοῦσε πουθενά στήν ἀναζήτησί μου γιά τήν ἀλήθεια. Συνειδητοποίησα, λοιπόν, ὅτι ἔπρεπε νά βρῶ κάποιο ἄλλο σημεῖο ἀναφορᾶς μέ βάσι τό ὁποῖο νά κρίνω τίς παραδόσεις τῆς ἀρχαίας Πίστεως.

Καί τό βρῆκα, ὅταν συνειδητοποίησα ὅτι ἡ Καινή Διαθήκη παραδόθηκε σέ μία Ἐκκλησία πού εἶχε ἤδη ἑδραιώσει τό δόγμα της καί τίς λατρευτικές της παραδόσεις. Ἡ προσπάθεια, λοιπόν, καθορισμοῦ ἐκ μέρους μου τοῦ τί εἶναι σύμφωνο μέ τήν Ἁγία Γραφή καί τί ὄχι, πῆρε τότε τελείως διαφορετική τροπή. Κατάλαβα ὅτι γιά νά κατανοήση κανείς τί σημασία εἶχαν τά λόγια τῆς Καινῆς Διαθήκης γιά τούς ἀνθρώπους γιά τούς ὁποίους γράφθηκαν, πρέπει πρῶτα νά κατανοήση τίς παραδόσεις ἐκεῖνες πού διαμόρφωναν τό πλαίσιο, μέσα στό ὁποῖο ἐκλαμβάνονταν τά λόγια αὐτά.

Ὅταν ἄρχισα νά ἐξετάζω τά πράγματα ἀπ’ αὐτή τήν ὀπτική γωνία, ἔμεινα ἔκπληκτος. Ταυτόχρονα, ὅμως, λυπήθηκα. Λυπήθηκα, γιατί ἀνακάλυψα ὅτι μέ τό νά ἐπικεντρώνωμαι στά λόγια τῆς Καινῆς Διαθήκης χωρίς νά γνωρίζω —ἤ καί χωρίς ν’ ἀποδέχωμαι πολλές φορές— τό εὐρύτερο πλαίσιο τῶν παραδόσεων, μέσα στό ὁποῖο τά λόγια αὐτά γράφηκαν, εἶχα ἐξουδετερώσει σ’ ὅλη μου τή ζωή καί τήν παραμικρή ἐλπίδα νά γνωρίσω τό χριστιανισμό, ὅπως τόν γνώριζαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί. Ἄν δέν κατανοοῦσα τίς παραδόσεις αὐτές, τό μόνο τό ὁποῖο θά μποροῦσα ποτέ νά γνωρίσω εἶναι μία μερική ἔκφρασι αὐτῆς τῆς Πίστεως».

«Ὡς προτεστάντης δέν ἤμουν ἀφοσιωμένος μόνο στό sola scriptura ἀλλά καί στό sola gratia (: μόνο ἡ χάρι). Στ’ ὅτι δηλ. ὁ ἄνθρωπος σώζεται μόνο διά τῆς χάριτος. Ἡ πεποίθησί μου, ὅμως, ὅτι τά παιδιά δέν μποροῦν νά βαπτισθοῦν μέχρι νά φθάσουν σέ “ἡλικία εὐθύνης” μέ ὁδηγοῦσε στό συμπέρασμα ὅτι ἡ χάρι καί μόνο δέν σώζει. Γιατί πίστευα οὐσιαστικά ὅτι ἡ σωτηρία ἑνός παιδιοῦ δέν ἐξαρτᾶται τελικά ἀπ’ τή χάρι, ἀλλά ἀπ’ τή δυνατότητα κατανοήσεως τοῦ σχεδίου τῆς σωτηρίας. Ὅσο καί νά θέλη, λοιπόν, τό Ἅγιο Πνεῦμα νά κατοικήση στήν ψυχή ἑνός παιδιοῦ, θά πρέπη νά περιμένη μέχρις αὐτό νά φθάση σ’ ἕνα συγκεκριμένο διανοητικό ἐπίπεδο. Πίστευα, λοιπόν, στή “σωτηρία διά τῆς κατανοήσεως καί τῆς χάριτος” κι ὄχι στό sola gratia.

Τότε, ὅμως, ἦλθε κι ὁ ἀντίλογος: “Ὄχι! Παρότι πρέπει νά φθάση τό παιδί σέ ἡλικία πού νά μπορῆ νά κατανοήση τή σωτηρία προτοῦ τή δεχθῆ, ἡ σωτηρία του βασίζεται ἀποκλειστικά καί μόνο στή χάρι. Γιατί ἡ χάρι τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτή πού ὁδηγεῖ τό παιδί στό ν’ ἀντιληφθῆ τήν ἀνάγκη γιά τό Θεό, νά βιώση τήν πίστι καί νά ὁμολογήση τό Χριστό”.

Αὐτό, ὅμως, δέν ἀλλάζει τίποτε ἀπολύτως. Γιατί ἄν ὄντως ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, εἶναι προφανές ὅτι γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα τῆς ζωῆς τοῦ παιδιοῦ ἡ χάρι εἶναι παροῦσα, ἐνῶ δέν ὑπάρχει σωτηρία. Προφανῶς, λοιπόν, χρειάζεται κάτι περισσότερο ἀπ’ τή χάρι γιά νά σωθῆ ἕνα παιδί. Γιά νά μείνω πιστός στήν προτεσταντική μου θεολογία ἔπρεπε νά πιστέψω ὅτι μέχρι τά παιδιά νά φθάσουν στό διανοητικό ἐπίπεδο πού θά τούς ἐπέτρεπε νά κατανοήσουν τήν ἁμαρτωλότητά τους καί νά ὁμολογήσουν τήν πίστι τους στό Χριστό, δέν μποροῦν νά σωθοῦν. Τό παράδοξο αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μέ ἀναστάτωσε ἀφάνταστα, ὅταν μάλιστα ἀναλογίσθηκα ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς εἶπε ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀνήκει στά παιδιά (Λκ 18, 16).

Σ’ αὐτό ἐντούτοις ἔσπευσα ν’ ἀπαντήσω μέ τήν ἑξῆς παλαιά καί κοινότυπη δικαιολογία: “Ὁ Θεός μεριμνᾶ γιά τά βρέφη καί τά μικρά παιδιά. Ξέρει ὅτι στήν ἡλικία τους δέν μποροῦν ν’ ἀντιληφθοῦν τήν ἀνάγκη γιά σωτηρία. Ἄν, λοιπόν, κάποιο πεθάνη, ὁ Θεός δέν θά τό καταδικάση”.

Τά λόγια αὐτά τά κήρυξα κι ἐγώ ὁ ἴδιος πολλάκις ἀπό ἄμβωνος. Καθώς, ὅμως, βάδιζα πρός τήν Ὀρθοδοξία, ἄρχισα ν’ ἀντιλαμβάνωμαι τίς μᾶλλον ζοφερές συνέπειες τῶν ὅσων δίδασκα τόσα χρόνια. Αὐτό τό ὁποῖο διακήρυττα ἦταν οὐσιαστικά ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν μπορεῖ νά κατοικήση μέσα σ’ ἕνα βρέφος ἤ σ’ ἕνα μικρό παιδί, παρά μόνο ἄν αὐτό πεθάνη! Ἄν πεθάνη, πηγαίνει στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, ὅπου πιά νοιώθει τή γεμάτη ἀγάπη παρουσία Του. Ἄν ζήση, ὅμως, βρίσκεται σέ μία πνευματική ἀπομόνωσι, ὅπου καί τό παιδί κι ὁ Θεός περιμένουν τή μέρα κατά τήν ὁποία θά μπορέση αὐτό νά καταλάβη ἐπιτέλους ὅτι Τόν χρειάζεται!

Κατάλαβα τελικά ὅτι ἡ ἄποψί μου γιά τήν πνευματική κατάστασι τῆς νηπιακῆς καί παιδικῆς ἡλικίας ἦταν μᾶλλον σκληρή. Τελικά βρέθηκα ἀντιμέτωπος μέ τό ἑξῆς ἐρώτημα: Εἶναι δυνατόν ὁ Ἰησοῦς ν’ ἀντιμετώπιζε ἔτσι τά παιδιά, ὅταν εἶπε “ἄφετε (: ἀφῆστε) τά παιδία ἔρχεσθαι πρός Με καί μή κωλύετε αὐτά (: μήν τά ἐμποδίζετε)∙ τῶν γάρ τοιούτων ἐστίν (: σ᾽ αὐτούς πού τούς μοιάζουν ἀνήκει) ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ”(Λκ 18, 16);

Θυμᾶμαι ὅτι εἶχα ἐξοργισθῆ καθώς συνειδητοποιοῦσα αὐτές τίς ἀλήθειες. Ὅλες αὐτές οἱ τυπικές προτεσταντικές μου ἀπόψεις ὅσον ἀφορᾶ τό νηπιοβαπτισμό ἦταν τελείως ἀπαράδεκτες. Ἦταν ξεκάθαρα ἀντίθετες μέ τήν προειδοποίησι τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ ὅτι “ἐάν μή στραφῆτε (: ἄν δέν γυρίσετε πίσω) καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν”(Μθ 18, 3).

Ἐπέμεινα, ὅμως, καί εἶπα: “Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατοικεῖ, λοιπόν, πράγματι καί στά μικρά παιδιά. Ἡ δυνατότητα μετανοίας, ὅμως, εἶναι ἡ μόνη ἀπόδειξι ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ μέσα στό παιδί. Ἑπομένως, δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τοῦ βαπτίσματος, πρίν νά φθάση τό παιδί σέ ἡλικία κατά τήν ὁποία νά μπορῆ ν’ ἀναλάβη τήν εὐθύνη τῶν πράξεών του καί νά μετανοήση, κάτι τό ὁποῖο τά βρέφη δέν μποροῦν νά κάνουν”.

 Σκέφθηκα, ὅμως, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἴσως ἐννοοῦσε κάτι παραπάνω ἀπ’ τή μετάνοια ὅταν εἶπε ὅτι πρέπει νά γίνουμε σάν τά παιδιά γιά νά κερδίσουμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μήπως μιλοῦσε γιά τήν πραότητα, τήν ταπείνωσι καί τήν ἁπλότητα τῆς πίστεως πού τά διακρίνει; Δέν εἶναι αὐτά στοιχεῖα πού ἀποδεικνύουν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ; Εγώ ὁ ἴδιος πολλές φορές ταπεινώθηκα κι ἀναλύθηκα σέ δάκρυα, ὅταν μέσα ἀπό μικρά παιδιά ἄκουσα τή φωνή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί εἶμαι σίγουρος ὅτι καί πολλοί ἄλλοι προτεστάντες ἔχουν παρόμοιες ἐμπειρίες.

Βεβαιώθηκα, λοιπόν, ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά κατοικήση στίς καρδιές τῶν παιδιῶν. Μ’ αὐτή τή διαπίστωσι, ὅμως, εἶχα διανύσει ἕνα πλήρη κύκλο φθάνοντας στό σημεῖο ἀπ’ ὅπου ξεκίνησα καί βρέθηκα πιά σέ ἀπόλυτη ἀντίθεσι μέ τή διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου: “Μήτι τό ὕδωρ κωλῦσαι δύναταί τις τοῦ μή βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔλαβον καθώς καί ἡμεῖς; (: Μήπως μπορεῖ κανείς νά ἐμποδίση τό νερό γιά νά μή βαπτισθοῦν αὐτοί πού ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὅπως κι ἐμεῖς;)”(Πρξ 10, 47). Ἐπιτέλους κατάλαβα ὅτι τά παιδιά πρέπει νά βαπτίζωνται. Γιατί, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, τό βάπτισμα καί ἡ ἐνοίκησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι στοιχεῖα ἀδιάσπαστα μεταξύ τους. Τό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου τή μέρα τῆς Πεντηκοστῆς, οἱ Σαμαρεῖτες χριστιανοί καί ἡ οἰκογένεια τοῦ Κορνηλίου εἶναι ἀδιαφιλονίκητα παραδείγματα πού ἀποδεικνύουν ὅτι ὅπου ὑπάρχει τό ἕνα, ὑπάρχει ἀπαραίτητα καί τό ἄλλο».

«Παρά τήν προσκόλλησί μου στό sola scriptura, δέν ὑπῆρχε πουθενά στήν Ἁγία Γραφή ὁτιδήποτε, στό ὁποῖο θά μποροῦσα νά βασισθῶ γιά νά στηρίξω τή μεταφορική ἑρμηνεία τοῦ χωρίου περί πραγματικοῦ Σώματος καί Αἵματος. Ἡ μόνη ἀπάντησι στό ἐρώτημα αὐτό ἦταν: “Δέν εἶναι λογικό ὁ ἄρτος κι ὁ οἶνος νά γίνωνται —ἀκόμη καί διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος— Σῶμα κι Αἷμα Χριστοῦ. Κανένας λογικός ἄνθρωπος δέν θά τό δεχόταν αὐτό. Μόνο οἱ ἀφελεῖς καί οἱ προληπτικοί θά μποροῦσαν ἴσως νά τό πιστέψουν”. Εἶδα, λοιπόν, ὅτι ἡ ἄποψί μου γιά τό θέμα αὐτό δέν ἦταν σέ καμμία περίπτωσι θεμελιωμένη στήν Ἁγία Γραφή! Στηριζόταν ἀποκλειστικά στούς περιορισμούς τῆς σύγχρονης ὀρθολογιστικῆς μου σκέψεως».

«Πῶς εἶναι δυνατόν νά πιστεύω σέ κάτι τόσο ἀκατανόητο ὅπως ἡ ἐνσάρκωσι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καί παρόλ’ αὐτά ν’ ἀρνοῦμαι τήν ἀληθινή παρουσία τοῦ Χριστοῦ στόν ἄρτο καί τόν οἶνο τῆς Θείας Εὐχαριστίας; Πεῖτε μου! Ἄν ὁ Θεός μπορῆ νά εἶναι παρών στό ἀνθρώπινο αἷμα καί τούς ἱστούς μέσῳ τῆς ἐνσαρκώσεώς Του, γιατί νά μή μπορῆ νά εἶναι παρών καί στό ψωμί καί τό κρασί; Σέ τελική ἀνάλυσι, καί τά δύο εἶναι ὀργανική ὕλη. Μόνο ἡ διάταξι τῶν μορίων τους ἀλλάζει.

Σ’ αὐτό, ὅμως, ἔδωσα μία ἀκόμη προτεσταντική ἀπάντησι: “Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξι ἔχει νοημοσύνη κι ὡς ἐκ τούτου θά μποροῦσε ὁ Θεός νά κατοικήση μέσα της. Τό κρασί καί τό ψωμί, ὅμως, εἶναι ἄψυχα πράγματα”. Μισό λεπτό, ὅμως! Δέν μπορεῖ δηλ. ὁ Θεός νά βρίσκεται σέ ἄψυχα πράγματα; Ἔχουμε ἀκούσει τή φωνή Του μέσα ἀπ’ τά σύννεφα καί τή φλεγομένη βάτο. Μέσα ἀπ’ τήν πέτρα στήν ἔρημο, γιά τήν ὁποία ὁ ἀπόστολος Παῦλος βεβαιώνει “ἡ δέ πέτρα ἦν (: ἦταν) ὁ Χριστός”(Α´ Κορ 10, 4). Παραδέχθηκα τελικά ὅτι ὁ πανταχοῦ παρών Θεός μέ τήν ἀγάπη καί τήν παντοδυναμία Του μπορεῖ νά βρίσκεται ὅπου ὁ ἴδιος θέλει.

Καί γιατί νά μή μᾶς προσφέρη τά βασικά φυσικά συστατικά τῆς δικῆς Του ἀνθρωπίνης φύσεως; Ὁ Ἰησοῦς δέν εἶναι κάποιος γνωστικιστής φιλόσοφος πού μᾶς λυτρώνει ἐξυψώνοντας τή σκέψι μας καί προσφέροντάς μας ἱερές ἀρχές τίς ὁποῖες πρέπει νά μελετήσουμε. Ὄχι! Κάνει κάτι ἐντελῶς ριζοσπαστικό —καί ταυτόχρονα ἀπολύτως φυσικό. Μᾶς ἀναδημιουργεῖ ἐνδυόμενος τήν ἀνθρωπίνη φύσι. Ἑνώνεται μαζί μας ἐξαγνίζοντας τή φύσι μας κι ἑνώνοντάς την γιά πάντα μέ τή θεία. Στή συνέχεια μᾶς καλεῖ νά γίνουμε “θείας κοινωνοί φύσεως”(Β´ Πέτρ 1, 4), ὥστε νά “μεταμορφωθοῦμε” στήν εἰκόνα Του (Β´ Κορ 3, 18). Εἶναι τόσο παράλογο τό ὅτι ὁ Χριστός μᾶς πρόσφερε τ’ ἀληθινά στοιχεῖα τῆς δικῆς Του καθαγιασμένης ἀνθρωπίνης φύσεως —τῆς ἴδιας φύσεως στήν ὁποία πρόκειται κι ἐμεῖς νά μεταμορφωθοῦμε;».

«Σέ μία γωνία τοῦ σαλονιοῦ μου, βρίσκεται μία μεγάλη βιβλιοθήκη. Μαζί μέ τά βιβλία καί τά διακοσμητικά ἀντικείμενα, ἔχουμε ἐκεῖ καί τίς οἰκογενειακές φωτογραφίες. Μία ἀπ’ αὐτές τίς φωτογραφίες εἶναι τοῦ ἀγαπημένου ἀδελφοῦ μου, Barry, πού σκοτώθηκε σέ αὐτοκινητιστικό δυστύχημα τό 1976, στήν ἡλικία τῶν 21 ἐτῶν.

Τό νά πῶ ἁπλά ὅτι τόν ἀγαποῦσα δέν σκιαγραφεῖ ἐπαρκῶς τά αἰσθήματά μου γι’ αὐτόν. Ἔχουν περάσει 25 περίπου χρόνια ἀπ’ τό θάνατό του. Καί ὅμως, ἀκόμη καί σήμερα, ξυπνῶ κάθε 27η Ἰουλίου (μέρα τῶν γενεθλίων του) μέ δάκρυα στά μάτια καί μέ τή γλυκόπικρη ἀνάμνησί του στήν καρδιά μου.

Κανείς, λοιπόν, ἀπ’ τούς προτεστάντες φίλους μου δέν θά τό ἔβρισκε ἀφύσικο ἄν, ἐνῶ καθόμουν μπροστά στή βιβλιοθήκη, ἔπαιρνα στά χέρια μου τή φωτογραφία τοῦ ἀδελφοῦ μου καί τή φιλοῦσα. Γιατί, ὅμως, ὅταν πάω δύο βήματα παραπέρα, στό εἰκονοστάσι, καί φιλήσω τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας γίνομαι ξαφνικά εἰδωλολάτρης; Τί ἄλλαξε; Τί ἔχει ἡ Παναγία πού δέν ἀξίζει τήν ἀνάλογη ἀγάπη καί τό σεβασμό τόν ὁποῖο δείχνω στόν κεκοιμημένο ἀδελφό μου;

Ἤ ἄς ὑποθέσουμε ὅτι φιλῶ τήν εἰκόνα τῆς προστάτιδος ἁγίας τῆς κόρης μου, Vera. Ὅπως κι ὁ ἀδελφός μου, ἔτσι καί ἡ Ἁγία πέθανε μέ βίαιο θάνατο. Πρίν ἀπό 19 αἰῶνες, στήν ἡλικία τῶν 12 ἐτῶν μαρτύρησε γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ μαζί μέ τή μητέρα της καί τίς δύο ἀδελφές της. Στά μάτια ἑνός προτεστάντη, ὅμως, τό νά δείχνω σ’ αὐτήν τήν ἀνάλογη ἀγάπη τήν ὁποία δείχνω καί στόν ἀδελφό μου εἶναι ἁμαρτία.

Ποῦ βρίσκεται τό πρόβλημα τελικά; Ὅταν ἄρχισα νά ἐρευνῶ τό θέμα, διαπίστωσα ἕνα παράδοξο στήν παλαιά προτεσταντική μου ἀντίληψι. Ἀπ’ τή μία καταδίκαζα ὁποιονδήποτε τιμοῦσε τήν Παναγία καί τούς ἁγίους, ἐνῶ ἀπ’ τήν ἄλλη θεωροῦσα σωστό νά τιμῶ τούς προτεστάντες ἱεροκήρυκες καί δασκάλους, ζῶντες ἤ κεκοιμημένους. Ἦταν ἀπόλυτα φυσιολογικό νά ἐγκωμιάζω τούς ἀνθρώπους αὐτούς, νά παρακολουθῶ video καί διαφάνειες ἀπ’ τή ζωή καί τίς πράξεις τους καί νά δακρύζω ὅταν κανείς τραγουδοῦσε τό τραγούδι “Thank You for Giving to the Lord” (: Τίτλος δημοφιλοῦς προτεσταντικοῦ τραγουδιοῦ πού σημαίνει “Σ’ εὐχαριστῶ πού μ’ ἔφερες κοντά στό Θεό”. Τό τραγούδι αὐτό ἐκφράζει τήν εὐγνωμοσύνη κάθε προτεστάντη σ’ αὐτούς πού τόν ὁδήγησαν στήν πίστι). Ἄν, ὅμως, ἔβλεπα κάποιον νά ὑμνῆ καί νά τιμᾶ τή γυναῖκα πού ἔφερε στή μήτρα της τό Σωτῆρα, αὐτό θά ἔθετε ἀμέσως σέ ἀμφισβήτησι τό πόσο χριστιανός εἶναι!».

«Ὅταν τούς ἀκούω νά μιλοῦν μέ τόση περιφρόνησι γιά τή Θεοτόκο, λυπᾶμαι κι ἀναρωτιέμαι ἄν ποτέ ἔχουν σκεφθῆ ὅτι μιλοῦν ὑποτιμητικά γιά τή μητέρα Αὐτοῦ πού ἔγραψε μέ τό δάκτυλό Του στίς πέτρινες πλάκες τό “τίμα τόν πατέρα σου καί τή μητέρα σου”.

Τί μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι αἰσθάνεται γιά τή μητέρα Του ὁ μόνος Ἄνθρωπος πού μπορεῖ νά τηρήση τέλεια τήν ἐντολή αὐτή; Σκεφθεῖτε πόσο ἐμεῖς, οἱ ἄθλιοι κι ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, σεβόμαστε τίς δικές μας μητέρες καί ὑπερασπιζόμασθε τήν τιμή τους. Πόσο λαμπρή θέσι πρέπει νά κατέχη, λοιπόν, ἡ Παναγία στή γεμάτη ἀγάπη καί σεβασμό καρδιά τοῦ Υἱοῦ της!

Πόσο ἀπογοητευμένος θά εἶναι, λοιπόν, ὁ Σωτήρας μας, ὅταν ἀκούη κάποιους, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ἐπαγγέλλονται ὅτι Τόν ἀγαποῦν καί Τόν ἀκολουθοῦν, νά θεωροῦν τή μητέρα Του ὡς “τίποτε τό ξεχωριστό”; Πόσο λυπημένος θά εἶναι γι’ αὐτούς πού σέβονται ἰδιαιτέρως τούς ἱεροκήρυκες, τούς προέδρους ἤ τούς προπονητές τοῦ ποδοσφαίρου, πού χλευάζουν, ὅμως, αὐτούς πού τιμοῦν τή μητέρα Του ὅπως τήν τιμᾶ κι ὁ ἴδιος; Πόσο πονᾶ γιά ὅλους αὐτούς πού ὑποτιμοῦν τήν ἄσπιλη ἐκείνη γυναῖκα πού ταπεινά ἄνοιξε τήν ἀγκαλιά της σ’ Αὐτόν, ὥστε νά μπορέση νά πλημμυρίση μέ τή χάρι Του ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα;».

Πηγή:

Ἀρχιμ. Ἰωάννου Κωστώφ

Τά Ἴχνη του Θεού – Ἀπό τόν Προτεσταντισμό στήν Ὀρθοδοξία

ἐκδ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Ἀθήνα 2011

http://www.truthtarget.gr

TRUTH TARGET

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s